Η μάχη του Little Bighorn

"A GOOD DAY TO DIE"

Το 1874, ο George Armstrong Custer, που έξι χρόνια πριν είχε σφαγιάσει τους Southern Cheyenne του Black Kettle, στον ποταμό Washita, οδήγησε όλους τους Δυτικούς Sioux πρόσωπο με πρόσωπο με μία άλλη κρίση.  Αγνοώντας τη Συνθήκη του 1868, που εγγυούταν στους Sioux, το δυτικό μισό της σημερινής Νότιας Dakota, σαν καταυλισμό για την διαρκή και αποκλειστική τους χρήση, ο Στρατηγός Sheridan έστειλε τον Custer και μια μεγάλη αναγνωριστική αποστολή στα Black Hills, στην καρδιά του καταυλισμού, για να βρουν περιοχή για ένα νέο φρούριο.

Η εισβολή ήταν παραβίαση της συνθήκης, που έλεγε, «Κανένα λευκό άτομο ή άτομα, δε θα επιτραπεί να εγκατασταθεί ή να απασχολήσει οποιοδήποτε μέρος της περιοχής, χωρίς τη συγκατάθεση των Ινδιάνων…. και για να περάσει από την περιοχή το ίδιο». Για τους Sioux, το ιερό Paha Sapa ή Black Hills, ήταν το πνευματικό κέντρο του κόσμου τους, όπου οι άνθρωποί τους αποσύρονταν από τις ζεστές στέπες, για να νηστέψουν και να προσευχηθούν, να εκλιπαρήσουν για κάποιο όραμα, για να έχουν επικοινωνία με τον υπερφυσικό κόσμο, και για να ανανεώσουν τις δυνάμεις τους και την καλή πνευματική τους υγεία, στις πηγές και ανάμεσα στους δροσερούς, καλυμμένους από πεύκα λόφους της περιοχής.  Επιπρόσθετα με την προσβολή προς τους Ινδιάνους ο Custer μετέτρεψε αυτή την παράνομη εισβολή σε αποστολή αναζήτησης χρυσού. Όταν βρήκε χρυσό και διακήρυξε τα νέα στον κόσμο, τα αποτελέσματα ήταν προβλέψιμα. Εκατοντάδες μεταλλωρύχοι, επιχειρηματίες και τυχοδιώκτες, καταπάτησαν τα Black Hills και τις ιερές τοποθεσίες των Sioux, φτιάχνοντας κατασκηνώσεις και πόλεις, κόβοντας τα δέντρα, μολύνοντας τα ρυάκια, και αντιστεκόμενοι επιτυχώς στις απρόθυμες προσπάθειες του στρατού να τους διώξει.  Ενωμένοι μέσω της οργής τους, οι Sioux απείλησαν με πόλεμο προς τους εισβολείς, οι οποίοι με τη σειρά τους, ενώθηκαν σε διαμαρτυρία με σκοπό  τη μετακίνηση των Sioux, από εκεί, που στην πραγματικότητα ήταν ακόμη η χώρα των Ινδιάνων.

Η λύση της Κυβέρνησης, παραβλέποντας την ιερή φύση των Black Hills και θεωρώντας την περιοχή σαν ένα οποιοδήποτε κομμάτι γης, ήταν να προσπαθήσει να την αγοράσει από τους Ινδιάνους. Ο Red Cloud και αρκετοί αντιπρόσωποι αρχηγοί κλήθηκαν στην Washington και αν και τους τρομοκράτησαν και τους απείλησαν, επέμειναν ότι έπρεπε να συμβουλευτούν όλους τους Sioux. Το Σεπτέμβριο του 1875, μια ειδική κυβερνητική αποστολή συναντήθηκε τελικά στην αντιπροσωπεία του Red Cloud με περίπου είκοσι χιλιάδες Sioux, οι περισσότεροι από αυτούς ήταν από τις αντιπροσωπείες, αλλά άλλοι αντιπροσώπευαν τις διαφορετικές «εχθρικές» ομάδες του βορά. Ο ένας μετά τον άλλο οι ομιλητές των φυλών καταδίκασαν την κυβέρνηση. Χαρακτηριστικά ήταν τα σχόλια ενός Lower Yanktonai αρχηγού, του Wanigi Ska (White Ghost): «Έχετε διώξει μακριά το κυνήγι και τα μέσα της επιβίωσής μας έξω από τη χώρα, μέχρι τώρα δε μας έχει μείνει τίποτα που να είναι πολύτιμο εκτός από τους λόφους που μας ζητάτε να εγκαταλείψουμε…. Η γη είναι γεμάτη ορυκτά όλων των ειδών, και στη γη το έδαφος είναι καλυμμένο από δάση πυκνόφυτα με πεύκα, και όταν τα δώσουμε αυτά στο Μεγάλο Πατέρα ξέρουμε ότι δίνουμε το τελευταίο πράγμα που είναι πολύτιμο είτε για μας είτε για τους λευκούς».

Ο Tatanka Yotanka, ή Sittimg Bull, ένας μεγάλος πολεμιστής και ένας πνευματικός αρχηγός με δυνατές δυνάμεις δεν ήταν εκεί αλλά οι Hunkpapas διαβίβασαν την προειδοποίησή του: Δε θέλουμε κανένα λευκό εδώ.  Οι Black Hills ανήκουν σε μένα.  Εάν οι λευκοί προσπαθήσουν να τους πάρουν, ΕΓΩ ΘΑ πολεμήσω.

Ο Red Cloud, προσπαθώντας να επιβεβαιώσει την εξουσία του να μιλήσει εκ μέρους όλων, ζήτησε έξι εκατομμύρια δολάρια για την περιοχή των Black Hills. Οι αντιπρόσωποι προσέφεραν έξι εκατομύρια δολλάρια, και το συμβούλιο διαλύθηκε χωρίς να έχει καταφέρει τίποτα. Το Νοέμβριο, με την υποκίνηση του Προέδρου Grant, η κυβέρνηση διέταξε όλες τις «εχθρικές» ομάδες να πάνε στις αντιπροσωπείες των Sioux μέχρι τις 31 Ιανουαρίου ή θα τους οδηγούσαν εκεί οι στρατιώτες.  Η πεποίθηση ήταν ότι από τη στιγμή που οι αγωνιστές Ινδιάνοι, θα ήταν κάτω από τον έλεγχο των αντιπροσωπειών, θα μπορούσαν να πεισθούν να πουλήσουν την περιοχή των Black Hills με τους όρους της Κυβέρνησης. Αλλά η 31η Ιανουαρίου ήρθε και πέρασε, και οι «εχθρικές» κυνηγετικές ομάδες του βορά είτε δεν ήθελαν να πάνε, είτε δε μπορούσαν να πάνε, με τόσο σύντομη ειδοποίηση μέσα στο χειμώνα των Μεγάλων Πεδιάδων.  Το Φεβρουάριο του 1876, καθώς οι Η.Π. ετοιμαζόντουσαν να γιορτάσουν επέτειο της δικής τους ελευθερίας, ο Στρατηγός Sheridan έβαλε τα σχέδια σε εφαρμογή για μια ανοιξιάτικη αποστολή από τρία στρατιωτικά σκέλη, για να αναγκάσουν τις ελεύθερες ομάδες να πάνε στις αντιπροσωπείες. Αλλά τα έθνη των Sioux δε θα τρομοκρατούνταν.  Καθώς ο καιρός γινόταν πιο ζεστός, εκατοντάδες πολεμιστών άφησαν τις αντιπροσωπείες και υπερχείλισαν τις τάξεις των μαχόμενων ομάδων στο βορά.  Στις 17 Ιουνίου, στο ποταμό Rosebud στη Montana, χίλιοι πολεμιστές Sioux, με αρχηγό τον Crazy Horse, σταμάτησαν το πρώτο σκέλος των 1.300 στρατιωτών, διοικούμενο από το Στρατηγό George Cook και συμπληρωμένο με Crow και Shoshoni ανιχνευτές, και τους ανάγκασαν να υποχωρήσουν σε ένα στρατόπεδο-βάση στα νότια. Από το Rosebud οι δυνάμεις του Crazy Horse πέρασαν στην κοιλάδα του Little Bighorn River, γνωστή στους Ινδιάνους σαν Greasy Grass, και ενώθηκαν με ένα τεράστιο χωριό από επτά έως δέκα χιλιάδων Lakota, Yanktonais, Santees, Northern Arapaho και Northern Cheyennes, των οποίων οι κύκλοι των κατασκηνώσεών, απλώνονταν για σχεδόν τρία μίλια κατά μήκος του ποταμού. Περισσότερο βόρεια, τα άλλα δύο σκέλη της αποστολής του στρατού-το ένα ερχόμενο από τα δυτικά στη Montana, το άλλο από τον ποταμό Missouri στα ανατολικά-συναντήθηκαν και έστρεψαν νότια για να παγιδεύσουν τις «εχθρικές» ομάδες. Προπορευόμενο από το κυρίως σώμα, η 7η Ύλη Ιππικού, οδηγούμενη από τον Custer - τον άντρα που κατακρεούργησε τους Cheyennes του Black Kettle και δεν είχε σκεφτεί τίποτε αρχίζοντας ένα πυρετό χρυσού μέσα στην ιερή χώρα των Sioux, είδε και προετοιμάστηκε να επιτεθεί στον τεράστιο καταυλισμό στο Little Bighorn. Νιώθοντας ασφαλείς στη δική τους χώρα, οι Sioux και οι σύμμαχοί τους δεν είχαν πάρει προφυλάξεις για να φυλαχτούν από μια αναπάντεχη επίθεση, και δεν αντιλήφθηκαν τον κίνδυνο παρά μόνο όταν είδαν τη σκόνη, που σηκωνόταν από τις κορυφογραμμές ανατολικά του ποταμού, από τους άντρες του ιππικού που πλησίαζαν. Ο Wooden Leg, ένας νεαρός Northern Cheyenne πολεμιστής, θυμάται τη σκηνή ανάμεσα στα tipis των Cheyenne, τα πιο βόρεια στη γραμμή των κατασκηνώσεων:

Oι γυναίκες ούρλιαζαν και οι άντρες έβγαζαν πολεμικές κραυγές. Μέσα σε όλα αυτά μπορούσαμε να ακούσουμε γέρους άντρες να φωνάζουν : «Οι στρατιώτες είναι εδώ. Νέοι άντρες, βγείτε και πολεμήστε τους.”

Στους λόφους πάνω από τον ποταμό, ο Custer μοίρασε τις δυνάμεις του.  Μερικοί από τους στρατιώτες πέρασαν το Little Bighorn νότια των κατασκηνώσεων, στράφηκαν βόρεια και άρχισαν μάχη, επιτιθέμενοι προς το χωριό Hunkpapa, το νοτιότερο των Ινδιάνικων κατασκηνώσεων. Καθώς οι στρατιώτες έρχονταν προς το μέρος τους ο Sitting Bull ανασύνταξε τους άντρες του για να προστατεύσει τις γυναίκες και τα παιδιά.  Ο Runs-the-Enemy, ένας Cut Head των Yanktonai Sioux με τους Hunkpapas, θυμήθηκε που τον άκουσε:

Ο Sitting Bull… είπε «Ένα πουλί, όταν είναι στη φωλιά του, απλώνει τα φτερά του πάνω στη φωλιά και τα αυγά και τα προστατεύει… Είμαστε εδώ για να προστατεύσουμε τις γυναίκες μας και τα παιδιά μας, και δεν πρέπει να αφήσουμε τους στρατιώτες να τους πιάσουν». Ήταν πάνω σε ένα γκριζοκίτρινο άλογο, και ίππευε από τη μια άκρη της γραμμής ως την άλλη, φωνάζοντας : «Κάντε μια γενναία μάχη».

Στις κατασκηνώσεις, οι Ινδιάνες γυναίκες, τα παιδιά και οι γηραιότεροι μπορούσαν να ακούσουν τους ήχους της μάχης ανάμεσα στους λόφους και πολεμιστές στον ποταμό, αλλά μέσα στον καπνό και τη σκόνη δε μπορούσαν να δουν ποια πλευρά νικούσε. Οδηγούμενοι από τον Gall, οι Hunkpapas έσπασαν τη μάχη στην κορυφή των απόκρημνων όπου είχαν κυνηγήσει τους πρώτους στρατιώτες που τους είχαν επιτεθεί και στρεφόμενοι προς τα βόρεια, έπεσαν πάνω στους στρατιώτες με τον Custer. Την ίδια στιγμή, άλλοι Ινδιάνοι όρμησαν προς τον ποταμό για να επιτεθούν στους άντρες του Custer από τα δυτικά.  Ανάμεσα σε αυτούς ήταν οι Cheyennes με τον Two Moons.  «Κάναμε κύκλο ολόγυρά τους στριφογυρίζοντας σαν το νερό γύρω από την πέτρα», είπε αργότερα… Στο μεταξύ, στην κατασκήνωση της Oglala, ο Crazy Horse, έζεψε το άλογό του και κάλεσε τους Oglala πολεμιστές του να τον ακολουθήσουν. «Ελάτε Lakotas. Είναι μια καλή μέρα για να πεθάνουμε» φώναξε. Περνώντας τον ποταμό, πλευροκόπησαν τους άντρες του Custer στα βόρεια και στα ανατολικά, σφίγγοντας τον Ινδιάνικο κύκλο γύρω από τους στρατιώτες. Η Black Elk ένα δεκατριάχρονο κορίτσι της Oglala, παρακολουθούσε το μαχόμενο χωριό, «Μια μεγάλη σκόνη στριφογύριζε στο λόφο, και μετά τα άλογα άρχισαν να βγαίνουν με άδειες σέλες» είπε.  Η μάχη ενάντια στους άντρες του Custer είχε τελειώσει σε λιγότερο από μισή ώρα. «Οι σφαίρες έπαψαν να έρχονται από τους στρατιώτες» θυμήθηκε ο Wooden Leg…Ο ανεψιός του Sitting Βull, ο White Bull, ήταν ένας από τους πολλούς που πίστεψαν ότι είχε σκοτώσει τον Custer:

Στην κορυφή του λόφου, συνάντησα το θείο μου… Είχε βρεθεί γύρω από το οχυρό Abraham Lincoln και γνώριζε τον Custer εξ όψεως. Όταν έφτασε στο ψηλό στρατιώτη που βρισκόταν ανάσκελα…τον έδειξε και είπε, «ο Long Hair («Μακριά Μαλλιά») νόμιζε ότι ήταν ο πιο σπουδαίος άντρας του κόσμου.  Τώρα κείτεται εκεί».

Κατά τη διάρκεια της υπόλοιπης ημέρας και εκείνης της νύχτας, οι Ινδιάνοι πολιόρκησαν τους πρώτους στρατιώτες που είχαν επιτεθεί στην κατασκήνωση των Hunkpapa και τους οποίους είχαν κυνηγήσει προς τον ποταμό και τα απόκρημνα. Την επόμενη μέρα οι ανιχνευτές του Sitting Bull είδαν μια δεύτερη στρατιά να έρχεται προς την κοιλάδα του Little Bighorn.  Καίγοντας ξερά χόρτα σαν προπέτασμα καπνού, οι δυνάμεις των Ινδιάνων διέλυσαν την κατασκήνωση και κατευθύνθηκαν προς τα βουνά του Big Horn.  Νέα από τη μάχη έφτασαν τον έξω κόσμο, στις 4 Ιουλίου του 1876, ρίχνοντας ένα σκοτεινό πέπλο (σάβανο) στη γιορτή του έθνους για την 100η επέτειο της Ανεξαρτησίας.